Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ντάκα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ντάκα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

Το παντοτινό μέταλλο

Τα σοκολατένια μάτια αυτών των πριγκιπισσών καταπίνουν λαίμαργα τις φωτογραφικές μηχανές που κρέμονται από το λαιμό μας. Πλησιάζουν κουνώντας τα χέρια τους. Δείχνουν επίμονα, μα διόλου ικετευτικά, την κάμερα. Σα να επιζητούν να ξεδιψάσουν την ψυχή τους από το πηγάδι που πίνουμε κι εμείς. Σα να βιάζονται να μας αποδείξουν ότι τα καταφέρνουν το ίδιο καλά με μας.








Το μάτι δε σφάλει· ξέρει από πρώτο χέρι την ανθρώπινη τρέλα, την αδικία, την εκμετάλλευση, την αρρώστια. Τα θεϊκά ζάρια είναι πειραγμένα προ πολλού. Γιατί λοιπόν να διστάσουν τα χέρια και να μη δοκιμάσουν; Έστω για μερικές στιγμές...

Δίνω την κάμερα και ξέρω ότι αρκούν δυο τρεις κινήσεις μου κι αυτές οι εννιάχρονες δεκάχρονες πριγκίπισσες των δρόμων με τα μάτια όλο μυστήριο αρχίζουν να εκπέμπουν τη φωτεινότητα και τη σιγουριά ανθρώπων που αφήνουν πίσω τους μια και καλή την ανήλιαγη άβυσσο. Δε χορταίνω να κοιτώ τις αέρινες κινήσεις των χεριών, τα μικρά φθονερά πρόσωπα που φεγγίζουν από πρόσκαιρη ευτυχία. Μια σειρά κορδωμένες ψυχές που δεν ταλεντεύονται αλλά χορεύουν με ένα ανεπαίσθητο θράσος.

Με πλησιάζουν. Άραγε θέλουν να τις επιβραβεύσω για τις φωτογραφίες τους; Δίνω οδηγίες, χαμογελώ, ενθαρρύνω. Δε βιάζονται οι παλάμες τους κι ο χρόνος εδώ σέρνεται. Τα αυτιά έχουν μάθει την υπομονή.

Ξαναδοκιμάζουν. Τώρα σιωπηρά, με περισσή αποφασιστικότητα σημαδεύουν, δίνουν οδηγίες για πορτρέτα και πατούν το κλείστρο. Δεν είναι πια παιχνίδι, μα έργο. Τα μάγουλα άναψαν, τα μάτια πείσμωσαν, ποθούν την ανύψωση.

Κι εγώ κρατώ στα ιδρωμένα χέρια και το πυρωμένο μυαλό μου τούτο το αναπάντεχα παντοτινό μέταλλο.

Τρίτη 28 Ιουλίου 2015

Στους δρόμους της Ντάκα

25.7.2015

Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Κωνσταντινούπολη, Ντάκα. Μετά από κάτι παραπάνω από 12 ώρες πτήσεις προσγειωθήκαμε στην πρωτεύουσα του Μπανγκλαντές. Ώρα 05.30 κι ο ασιατικός ζεστός αέρας χτύπησε τα πρόσωπά μας.

Οι "σοκολατένιοι" άνθρωποι ήταν εκεί, δίπλα μας και ζητούσαν να μας μεταφέρουν με τα rickshaw, τα τρίκυκλα σιδερένια φωνακλάδικα ταξί τους. Χέρια στα κάγκελα, κορμιά καθισμένα χάμω, βλέμματα σαστισμένα κολλούσαν πάνω μας. Και χαμόγελα, πολλά αβασάνιστα αθώα, θολωμένα χαμόγελα... Χαιρετάνε αργά και φέρνουν το δεξί χέρι στην καρδιά...


Με τα αυτοκίνητα βουτήξαμε στο χάος των δρόμων της Ντάκα, μιας πόλης δέκα εκατομμυρίων ανθρώπων που μυρμηγκιάζουν και που αναρωτιέσαι πώς μπορεί να βρέθηκαν εδώ και πού πάνε. Τα αυτιά μας αρχίζουν να πονάνε από τα συνεχή, μακρόσυρτα κορναρίσματα, από τα σάπια και σκουριασμένα λεωφορεία που μαρσάρουν το γκάζι. Ό,τι κινείται για να προχωρήσει πρέπει να κράζει, πρέπει να στριγγλίζει. Όχι μια, αλλά τόσες φορές μέχρι να περάσει λίγα μέτρα παρακάτω για να μπορέσει να σκούξει με την κόρνα και πάλι. Τα μάτια άπληστα ρουφάνε τη θάλασσα από την εποχούμενη λαμαρίνα που παστώνεται και ξερνάει το κράξιμο και τη βρώμα της βενζίνης.


Δεν υπάρχουν εδώ φανάρια, διαγραμμίσεις. Συχνά δεν υπάρχουν κατευθύνσεις και ρεύματα κυκλοφορίας. Μονάχα ένας άγραφος σκληρός νόμος επιβίωσης σ' έναν ανελέητο αγώνα που επιτάσσει να προσπεράσεις τον επόμενο για να φτάσεις στον προορισμό σου. Τα φρένα ανάβουν, οι χιλιάδες πεζοί διασχίζουν κάθετα τους δρόμους καθώς διαβάσεις δεν υπάρχουν.

Στα δεξιά κι αριστερά τα πρόσωπα είναι σκληρά, τραχιά, ρυτιδιασμένα πρόωρα. Σαρίκια και πουκαμίσες, πρόχειρα μαντήλια στα κεφάλια, γένια βαμμένα, μουστάκια και ξυρισμένα μάγουλα, υφάσματα μακρυά ριγμένα κάτω από τη μέση, σανδάλια από δέρμα ή το πετσί του ποδιού να καίγεται στην κάψα της ασφάλτου. Όλα τα χρώματα κι όλοι οι συνδυασμοί από κουρέλια ντύνουν τους άντρες.


Αλλά οι γυναίκες μαγνητίζουν τα βλέμματα. Καλυμμένο το κεφάλι με μαντήλες χρωματιστές, μονόχρωμες ή ζωγραφισμένες με μοτίβα. Αφήνουν το ύφασμα να φανερώσει  μέρος της φράντζας και το κορακίσιο μαλλί στραφταλίζει στο μέτωπο από τον καυτό ήλιο. Δεν καλύπτουν το πρόσωπο μα τ' αφήνουν να γνέψει στον κόσμο, να τον γλυκάνει θαρρείς μέσα στην τόση αποφορά του... Η γυναικεία χάρη τυλίγεται σε μακρυά μαβί, κροκί, κόκκινα, κίτρινα φορέματα!

Είναι η Ντάκα που θα μας πάρει περίπου 2 ώρες να αφήσουμε πίσω για να πάρουμε το δρόμο για τη Jamalpur...